9. Στην Καλυψώ
Στη συνέχεια, μετά τις προειδοποιήσεις της Κίρκης σχετικά με τις Σειρήνες και μετά την προειδοποίηση του σοφού Τειρεσία στον Κάτω Κόσμο, η Κίρκη προειδοποίησε τον Οδυσσέα και για την απαγόρευση βλάβης στα βόδια και τα κοπάδια του Ήλιου Υπερίωνα, γνωστού και ως Τιτάνα του Ήλιου, στο νησί Θριγκία.
Όταν ο στόλος πλησίασε το νησί Θριγκία, οι ναύτες πεινούσαν, και ο Οδυσσέας τους επέτρεψε να κατέβουν στο νησί για να ετοιμάσουν το δείπνο, υπό τον όρο να μην αγγίξουν τα βόδια ή τα πρόβατα. Ωστόσο, οι ναύτες δεν υπάκουσαν, σκότωσαν μία αγελάδα και έφαγαν το κρέας της. Ως αντίδραση, ο Ήλιος σκότωσε όλο το πλήρωμα, εκτός από τον Οδυσσέα.
Εννέα ημέρες ο Οδυσσέας αγωνιζόταν στη θάλασσα πάνω σε ένα μόνο κομμάτι ξύλου, μέχρι που παρασύρθηκε στο νησί Ωγυγία της νύμφης Καλυψώς, της όμορφης απατηλής. Η Καλυψώ, κόρη του Τιτάνα Άτλαντα, τιμωρήθηκε επειδή υποστήριξε τον Οδυσσέα στον πόλεμο του με τους Έλληνες θεούς και φυλακίστηκε σε ένα έρημο νησί για πάντα. Η μοίρα της ήταν ότι κάθε χίλια χρόνια κάποιος θα έφτανε στο νησί και εκείνη θα ερωτευόταν.
Η Καλυψώ φρόντισε τον Οδυσσέα μέχρι να αναρρώσει, ερωτεύτηκε μαζί του και του ζήτησε να γίνει σύζυγός της, υποσχόμενη ακόμη και να τον κάνει αθάνατο.
Στην Καλυψώ
(τραγούδι)
- Σαν ένας παίκτης που μοιράζει τα χαρτιά
- σ’ ένα καρέ χωρίς καθόλου να χει ρέντα
- εσύ με ρέστα ένα πάσο μου ζητάς
- κι εγώ ποντάρω τη ζωή μου για μια κέντα.
- - εσύ με ρέστα ένα πάσο μου ζητάς…
- Μη με κρατάς στη αγκαλιά σου με τα μάγια
- άσε με ελεύθερο να φύγω κι ας χαθώ.
- Εμένα η μοίρα μου όταν έριχνε τα ζάρια
- είχε μαλώσει το πρωί με το θεό.
- Μη μου ζητάς λοιπόν να μείνω να σωθώ
- μην προσπαθείς με κόλπα εδώ να με κρατήσεις
- εγώ στους δρόμους έχω μάθει να γυρνώ
- κι εσύ γυρεύεις ένα ώμο να ακουμπήσεις.
- - εγώ στους δρόμους έχω μάθει να γυρνώ …
- Μη με κρατάς στη αγκαλιά σου με τα μάγια
- Σαν το θηρίο που είναι μέσα στο κλουβί
- και σε κοιτάζει με δυο μάτια λυπημένα
- εσύ νομίζεις πως του σώζεις τη ζωή
- κι αυτό το λειώνει το μαράζι κάθε μέρα.
- - εσύ νομίζεις πως του σώζεις τη ζωή…
- Μη με κρατάς στη αγκαλιά σου με τα μάγια
Τελικά, ο Δίας συμπονάθηκε τον Οδυσσέα και, σε συνεννόηση με τους υπόλοιπους θεούς, έστειλε τον Ερμή να ανακοινώσει στην Καλυψώ ότι έπρεπε να απελευθερώσει τον Οδυσσέα. Με μεγάλη λύπη και θλίψη, η Καλυψώ αναγκάστηκε να αφήσει τον αγαπημένο της να φύγει και να επιστρέψει στο σπίτι του.
Η Καλυψώ κράτησε τον Οδυσσέα για επτά χρόνια, και παρ’ όλα αυτά δεν κέρδισε την αγάπη του. Τις νύχτες κοιμόταν στην αγκαλιά του και εκείνος ανταποκρινόταν στις αγκαλιές της, ενώ τις ημέρες καθόταν πάνω σε έναν βράχο, παρατηρώντας τη απέραντη θάλασσα, και δάκρυα νοσταλγίας κύλησαν από τα μάτια του και στάζουν πάνω στο ένδυμα που είχε υφάνει η νύμφη. Η καρδιά του εξακολουθούσε να νοσταλγεί την Πηνελόπη, τη γυναίκα του που τον περίμενε στην Ιθάκη.